ΟΤΑΝ ΣΠΑΣΕΙ ΤΟ ΓΙΑΛΛΙ

Η γνώμη μου

Οι ανθρώπινες σχέσεις ακόμη κι εκείνες που μοιάζουν στερεές, είναι μεταβλητές. Ιδιαίτερα άν χαλάσουν σε μεγάλο βαθμό και αφήσουν ψυχικά σημάδια, δεν είναι εύκολο να ομαλοποιηθούν όπως πριν. Θα αφήσουν μια δυσαρέσκεια που πολύ ταχτικά θα τις σκιάζουν. Κάλλιστα μπορούμε να τις παρομοιάσουμε με ένα ραγισμένο γυαλί που δεν ξανακολλά. Όσες άλλες ευκαιρίες να δώσουμε στους ανθρώπους που έχουν περάσει και μας πληγώσει στη ζωή μας, εντούτοις το παράπονο μέσα στην καρδιά μας θα υπάρχει παντοτινά και θα μας βασανίζει πολύ ταχτικά, ενώ η αγάπη στην καρδιά μας δεν θα ξανά είναι η ίδια όπως πριν. Οι περισσότεροι άνθρωποι δίνουν ευκαιρίες γιατί ίσως πιστεύουν πως το γυαλί ξανακολλά, όμως πιστεύω πως είναι γιατί δεν τολμούν να ξεπεράσουν ότι τους πλήγωσε, γιατί απλά θυμούνται τις πρότεινες σχέσεις που ήταν ωραίες και ελπίζουν ότι ίσως ξαναγίνουν οι ίδιες. Ακόμα όταν ο φόβος τους μαγκώνει περισσότερο το νου, τους κάνει να ενδίδουν στην επαναπροσέγγιση, καθώς δεν αντέχουν να έχουν μια τόσο μεγάλη απώλεια.
Αυτός ο τρόπος σκέψης επικρατεί κυρίως στους ερωτευμένους, που έχουν βιώσει την εγκατάλειψη και καθώς έχουν πληγωθεί πολύ, δίνουν δεύτερες ευκαιρίες ελπίζοντας να καταπραΰνουν την θλίψη τους.
Όμως δυστυχώς οι ανθρώπινες σχέσεις είναι όπως το γυαλί, που όταν ραγίσει δεν ξανακολλά, καθώς είναι σκληρό και άκαμπτο, και όταν ραγίσει, κάποια στιγμή θα σπάσει. Όταν οι πρώτοι τσακωμοί ξεκινήσουν, οι θύμισες θα οδηγήσουν πίσω, και οι πληγές θα ανοίξουν και το ραγισμένο γυαλί που είναι αιχμηρό όταν σπάζει, θα ξύνει τις πληγές πιο βαθιά καθώς οι αμφιβολίες θα υπάρχουν κρυμμένες για να θυμίζουν ότι κάποτε, κάποιος πλήγωσε τον άλλο βαθιά, ιδιαίτερα αν τον εγκατέλειψε κάνοντας τον να νιώσει προδομένος, ένα αίσθημα που δεν μπορεί να συγχωρηθεί όσα χρόνια να περάσουν. Με την πρώτη ευκαιρία λοιπόν, θα έρχονται στις σκέψεις των προδομένων «μα γιατί με πρόδωσε, δεν θα το ξανακάνει, δεν με αγαπούσε, τώρα με αγαπά;» Όταν ακόμα υπάρχει φόβος μιας ακόμα πιθανής εγκατάλειψης, θα δημιουργεί έναν περισσότερο φόβο, που δύσκολα θα ημερεύεται και δυσκολότερα θα ξεπερνιέται.
Όμως μελέτες ψυχολόγων λέγουν πως όλα ξεπερνιούνται, πως ο άνθρωπος μπορεί τελικά να αντέξει μια ερωτική απογοήτευση, και πως θα ήταν καλύτερος ο χωρισμός παρά να διατηρηθεί μια σχέση που στο μέλλον ίσως σκάσει σαν βόμβα μεγαλύτερη από την προηγούμενη και η οποία θα αφήσει βαθύτερα σημάδια.
Με αυτά ως δεδομένα, οι περισσότεροι που έχουν βαθιά πληγωθεί από μια εγκατάλειψη, δίνουν δεύτερες ευκαιρίες, απλά γιατί δεν αντέχουν τον μεγάλο πόνο του χωρισμού. Ως εκ τούτου, παρακολουθούμε πίσω από πόρτες κλειστές, να υπάρχει στους ανθρώπους η δυστυχία των αναμνήσεων ένεκα της αμφιβολίας που έχει κατασταλάξει βαθιά στις πληγές που χαράχτηκαν από το σπασμένο γυαλί, και έχουν μείνει ανεξίτηλα σημάδια για να θυμίζουν κάποια παλιά ή πρόσφατη προδοσία.
Πολλοί όμως έδωσαν δεύτερες ευκαιρίες αναμεταξύ τους και έζησαν χαρούμενα, αλλά και περισσότεροι έζησαν δυστυχισμένοι.


ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

Η ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΩΣ ΜΟΧΛΟΣ ΠΟΔΗΓΕΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ

Η δύναμη του λόγου των πολιτικών και των δημοσιογράφων δια μέσου των ΜΜΕ, συνδράμει με καταλυτικό ρόλο στον εγκλεισμό του πολίτη στην συνήθεια να συμφωνεί με ότι του παρουσιάζουν. Και αν ακόμη διαφωνεί, ο συνεχής βομβαρδισμός με ρητορείες, τον κάνει να στερείται πρωτοβουλίας αρνητικής ή ενεργητικής συμπεριφοράς. Είναι ένας είδος φοβικής προπαγάνδας που συνδράμει στον ραγιαδισμό μετατρέποντας τοιουτοτρόπως τη θετική σκέψη σε αρνητική. Μετατρέπει τους δέχτες  σε ουραγούς, πολίτες χωρίς δική τους κριτική γνώμη, με αποτέλεσμα να πρεσβεύουν ηθικές αρχές ξένες προς τις δικές τους αξίες και την δική τους κουλτούρα.
Με τη συνεχή παρουσίαση και μετάδοση ειδήσεων και μηνημάτων με τρόπο που να προκαλούν ισχυρά συναισθήματα και εκμεταλλευόμενοι τις προκαταλήψεις και τις ιδεοληψίες τους, καταφέρνουν να προϊδεάζουν θετικά ή αρνητικά τις θέσεις και απόψεις τους.
Οι πληροφορίες που δίνουν είναι τόσο μεθοδικά επεξεργασμένες που δύσκολα ο πολίτης μπορεί να βγάλει την ουσία τους.
Στηριζόμενοι σε μια φαινομενική ισορροπημένη ανάλυση των θεμάτων, και με αληθοφανή μηνύματα για να μην φαίνονται τα ψεύδη που προτάσσουν, απευθύνονται στο κοινό  όσο πιο συχνά γίνεται, ώστε μέσω της συνεχούς επανάληψης να γίνονται πιστευτοί και τοιουτοτρόπως να χειραγωγούν τη γνώμη τους.
Η συνεχής μονόδρομη πληροφόρηση και τα φοβικά διλήμματα που ενώπιον τους θέτουν, τους συγχύζουν και τους καθιστούν επιρρεπείς στο δικό τους λόγο.
Η συνεχής μετάδοση του λόγου εν χορώ και επί μακρόν, ενσπείρουν την αμφιβολία τι είναι σωστό και τι λάθος, εμφυτεύουν την ανησυχία και το φόβο και δημιουργούν διλήμματα στις σκέψεις τους. Τους καθιστούν ευάλωτους να δέχονται τα δικά τους μηνύματα, και τους μετατρέπουν σε ελεγχόμενες μάζες λαού που εύκολα καθοδηγούνται.
Αυτό το καταλαβαίνουμε  κάθε φορά που γίνονται εκλογές. Ενώ επί μακρού καιρού και εκ της συμπεριφοράς των πολιτικών δημιουργείται η απαξίωση από τους πολίτες, και ενώ στη σκέψη των ψηφοφόρων αποτελεί πεποίθηση  πως το πολιτικό σύστημα και η κομματοκρατία διαμόρφωσαν συνθήκες ανάπτυξης διεφθαρμένων πολιτικών που συνέδραμαν στην παραγωγή ανήθικης εξουσίας, εντούτοις κάθε φορά την ώρα της κρίσης, τους παρακολουθούμε να παρασύρονται και να έχουν διλήμματα, και η πρότερη τους γνώμη ευκόλως να μεταλλάσσεται.
Η προπαγάνδα λοιπόν, είναι τέχνη που χρησιμοποιείται για την ποδηγέτηση της κοινής γνώμης ώστε να εγκρίνει τις μεθόδους εκείνες των διαφόρων κέντρων εξουσίας. Είναι το σπουδαιότερο όπλο για την απόκτηση και τη διατήρηση πολιτικής δύναμης στα χέρια εκείνων που ξέρουν να τη χρησιμοποιούν.


ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σήμερα, όταν η πολιτική συμπεριφορά  εφευρίσκει μια εύκολη και απλοϊκή δημαγωγική ρητορεία παρουσιάζοντας τον λόγο ως κοινωνικό και ηθικό είτε αυτός είναι αριστερός είτε δεξιός αλλά πάντα συντηρητικός, είναι επίφοβος διότι συνήθως τα ισοπεδώνει όλα χωρίς να ενδιαφέρεται για την πραγματικότητα που επικρατεί, δηλαδή του ρουσφετιού, της εμπλοκής και και της διαφθοράς, χωρίς να ενδιαφέρεται για την ανατροπή της, παρά μόνο ενδιαφέρεται να την διατηρήσει. Τη σχέση της ηθικής στη πολιτική καθορίζει η εντιμότητα στη πρόθεση και στη συμπεριφορά του πολιτικού όσον αυτή αφορά τη δημόσια δράση του. Η πολιτική ζωή του τόπου που επί πολλά χρόνια ακολούθησε τη συμπεριφορά του λαϊκισμού και του κρατισμού, προκάλεσε σήμερα μια χιονοστιβάδα αποχής από τις κάλπες και κατέδειξε μια συνολική απαξίωση κατά τη γνώμη μου. Διότι η χιονοστιβάδα των ψηφοφόρων που απέχουν από την ενάσκηση του δικαιώματος τους να ψηφίζουν είναι πολύ μεγάλη, και από μόνη της μπορεί να συμπαρασύρει ολόκληρη τη δημοκρατία μαζί της. Διότι η χιονοστιβάδα κατά την ολίσθηση της από την πλαγιά ενός βουνού συμπαρασύρει ότι βρίσκει μπροστά της, μεγαλώνει και γιγαντώνει όσο κατολισθαίνει, με αποτέλεσμα να μην αφήνει τίποτα στο διάβα της. Αυτή η μεγάλη απαξίωση της πολιτικής από τους πολίτες που είδη υπάρχει, θα μεγαλώνει συνεχώς και θα καταντήσει τεράστιο πρόβλημα  για την ίδια τη δημοκρατία. Δεν αρκεί που οι πολιτικοί συμπεριφέρονται με τρόπο που προκαλούν το λαϊκό αίσθημα, ταυτόχρονα πολύ προκλητικά, προσπαθούν να ηθικοποιήσουν το πολιτικό σκηνικό που δημιούργησαν με ρητορείες που παλαιότερα έπειθαν τον απλό λαό, αλλά σιγά με τον καιρό θα τους γυρίσει μπούμερανγκ. Αντί με την πρόοδο ο λαϊκισμός να υποχωρεί, αυτός όλο αυξάνει και τον χρησιμοποιούν ως όπλο δεξιοί, κεντρώοι και αριστεροί. Ενώ θα έπρεπε μια ανώτερη ηθική συμπεριφορά και δράση καθώς και ένας ηθικός λόγος να είναι οι βασικοί όροι που τους διέπουν ώστε να υπάρχει ελπίδα και μέλλον για τον δύσμοιρο τούτο τόπο μας, παρακολουθούμε να τους διακατέχει μια συμπεριφορά φτηνού λαϊκισμού που δεν εμπνέει αξιόπιστη και έγκυρη πολιτική.
Η πολιτική κουλτούρα σήμερα όσο παρά ποτέ,  επιβάλλει όλοι οι πολιτικοί να αντιταχτούν στις εύκολες και φτηνές πολιτικές. Πρέπει να συμπεριφέρονται και να λειτουργούν με την Κοινωνική ηθική των θεσμών, ώστε αυτή να αποκατασταθεί ως ηθικόν και δίκαιον, πρέπει να λάβουν το μήνυμα, πρέπει να ακούσουν και να εφαρμόσουν τη Λαϊκή εντολή.


ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

ΚΟΛΑΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

Η γνώμη μου (12/6/2017)
Μία είναι η ζωή μας, δεν υπάρχει άλλη. Κόλαση είναι όσο υπάρχει ζωή, και Παράδεισος όταν σταματήσει η ζωή. Στη πρόσκαιρη ζωή μας οι λύπες και οι στενοχώριες καθώς και τα μεγάλα βάσανα που μας δέρνουν, είναι υπέρτερα όσων χαρών απολαμβάνουμε. Είναι μια ζωή γεμάτη μικρές χαρές και μεγάλες πίκρες, με τον πόνο περισσότερο από την απόλαυση.
Είναι μια κατάσταση που όλοι την αντιλαμβάνονται όταν σκεφτούν με την καθαρή λογική, που δυστυχώς οι διάφορες θρησκείες εκμεταλλευόμενες το φόβο των ανθρώπων για το θάνατο, τους πείθουν για μια άλλη μετα θάνατον ζωή, καλύτερη ή χειρότερη.
Και αναρωτιέμαι, είμαι εγώ που σκέφτομαι πως η ζωή είναι μία; Όλοι οι άλλοι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν ακόμα μία, για να κερδίσουν ίσως μια θέση στον Παράδεισο;
Λέω εγώ, πως πρέπει να αντικρίζουμε τη ζωή στη σωστή της διάσταση και να ζούμε την κάθε μέρα. Να αρπάζουμε τις καλές στιγμές όταν έρχονται, και να διώχνουμε τις κακές που μας θλίβουν και μας καταπονούν.
Να βλέπουμε τις μεγάλες δυστυχίες που συμβαίνουν γύρω μας και να είμαστε ευχαριστημένοι με τις μικρότερες δικές μας. Να αναγνωρίζουμε τις αληθινές και να τις αποφεύγουμε. Να μην πικραίνουμε αχρείαστα τους γύρω μας, γιατί η πίκρα που δημιουργούμε γυρνά μπούμερανγκ σε μας.
Χαρά σημαίνει να αγαπούμε, να μας αγαπούν, να έχουμε την υγεία μας και τον επιούσιο. Όλα τα άλλα είναι περιττά που δημιουργούν αντιπαλότητες, μίση και έχθρες, κακά τα οποία προκαλούν δυστυχία και πόνο, δημιουργούν γύρω μας μια κόλαση.
Όσο ζει ο άνθρωπος υποφέρει και πονά, καθώς είναι στη φύση του όσο περισσότερα έχει, και άλλα να γυρεύει, ώστε στην αναζήτηση του να ταλαιπωρείται και να καταπονείται. Μια ολόκληρη ζωή προσπαθεί για περισσότερα χωρίς ποτέ να ικανοποιείται, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή όταν κοιτάξει πίσω την προηγούμενη του ζωή, θα καταλαβαίνει πως όλα ήταν μάταια και άσκοπα. Θα δει πως πολλοί αγαπημένοι του υπέφεραν και πέθαναν, θα δει πως και η δική του ζωή τελειώνει, και θα νιώσει πως φτάνει ο καιρός του. Ίσως τότε να καταλάβει πως θα ησυχάσει και θα ξεκουραστεί, καθώς με το θάνατο παύουν όλα να υπάρχουν, ούτε έγνοιες, ούτε αρρώστιες, ούτε πόνοι. Ίσως πάλι να φοβηθεί τον επερχόμενο του θάνατο, καθώς θα νομίζει πως μετά θάνατον υπάρχει κόλαση, και ο ίδιος είναι προορισμένος γι αυτήν,  
Συμπεραίνω λοιπόν, πως  όσο κυνηγούμε μια δεύτερη ζωή, δεν θα τη συναντήσουμε, γιατί ούτε Κόλαση υπάρχει, ούτε Παράδεισος μετά θάνατον. Πιστεύω πως Κόλαση είναι η ζωή μας, και Παράδεισος ο θάνατος μας.

Αλοίμονο λοιπόν σ’ αυτούς που μένουν, και χαρά σ’ αυτούς που φεύγουν.

ΕΥΛΟΓΙΑ Ή ΚΑΤΑΡΑ

Ο έρωτας είναι μια μοναδική εμπειρία, που μας παρασύρει, μας μεταμορφώνει, μας συγκινεί, μας επαναπροσδιορίζει, μας αποπροσανατολίζει, μας καθηλώνει είναι μια εμπειρία που μας αιχμαλωτίζει, ένας ιστός που υφαίνεται αργά και βασανιστικά γύρω μας.
Ο  έρωτας κατά τη γνώμη μου, είναι ένα ισχυρό συναίσθημα χωρίς τίποτα το πνευματικό που περιστρέφεται γύρω από την εξωτερική ομορφιά. Είναι μια ευχαρίστηση και ένα μαρτύριο, είναι η ελευθερία των αισθήσεων, είναι μια αβάσταχτη  θλιμμένη χαρά, είναι μια φωτιά που καίει τα σωθικά.
Είναι ένα άναρχο ταξίδι στην καθημερινότητά μας, είναι ένα συναίσθημα που κυριαρχεί το είναι μας και μας αφήνει εν γνώσει μας εκτιθέμενους στην εξάρτηση, στην υποταγή, στην ταπείνωση.
Είναι ωραία να υμνούμε τον Έρωτα και να τον αναδεικνύουμε ως το ωραιότερο συναίσθημα και να δηλώνουμε υποταγή σε αυτόν, αλλά όταν βρούμε την άρνηση και μας γυρίσει την πλάτη, τότε ξιφουλκούμε υπέρμαχοι της λογικής ενάντια στα αποτελέσματά του, με μόνη τη διαφορά πως μέσα μας ο πόνος δεν φεύγει, και μας κατατρώει σαν φαρμακερός δράκοντας που θέλει να μας τελειώσει.
Ευλογία ή Κατάρα λοιπόν ο Έρωτας; Ναι, είναι κατάρα καθώς για χάρη του αρνούμαστε τα πάντα, τους φίλους μας, την οικογένεια μας. Τους δικούς μας ανθρώπους, τις προσωπικές μας αρχές και πιστεύω.
Ναι, είναι ευλογία όμως πρόσκαιρη, γιατί μετά τον έρωτα όταν δεν υπάρχουν άλλες συνισταμένες που ενώνουν τους ερωτευμένους, επέρχεται ή αδιαφορία, ή ρήξη, η απαξίωση.
Ναι, είναι χαρά αβάσταχτη για τους αμοιβαία ερωτευμένους, αλλά και δυστυχία ανομολόγητη για όσους αγαπούν χωρίς ανταπόκριση έχοντας ένα συνεχές συναίσθημα που τους πνίγει και τους σκοτώνει τη ψυχή.
Εγώ πιστεύω πως ο έρωτας δεν είναι τυφλός ούτε ανίκητος. Όλα νικούνται και όλα αντιμετωπίζονται. Όταν λοιπόν πρέπει να τον αποβάλουμε για να γλυτώσουμε από τις βλαβερές συνέπειες του, όσο και αν αυτό μας πληγώνει, πρέπει με όλη τη θέληση μας να τον αντιμετωπίσουμε. Χρησιμοποιώντας ως βοηθητικό μοχλό την καθαρή λογική μας και συμβαδίζοντας με την απογοήτευση το άγχος την θλίψη, τα νεύρα και το θυμό μας, θα καταφέρουμε να τον εκτονώσουμε και να τον αποβάλουμε.

Δυστυχώς όμως, η γενική διαπίστωση είναι πως μετά από μια θλιβερή τελειωμένη σχέση, όσο κάποιος να πιστεύει πως δεν θα ξαναπάθει έρωτα, άμα λάχει πάλιν θα ξαναερωτευτεί, καθώς όπως λένε οι επιστήμονες, ο έρωτας είναι ένας υπέροχος εθισμός όταν τα πράγματα πάνε καλά και ένας φρικτός εθισμός όταν δεν πάνε καλά, σε κάθε περίπτωση όμως είναι εθισμός

Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΡΟΥΣΦΕΤΙ

Ο απλός λαός έχει μάθει πως ζωή χωρίς ρουσφέτι δεν γίνεται. Του έχει γίνει βίωμα, το πιστεύει και το γυρεύει. Φυσικά παραδέχεται πως είναι λάθος, όταν όμως το ζητούν άλλοι. Όταν διενεργείται για τον ίδιο το δικαιολογεί ως κληροδότημα των προγόνων του.
Ναι, εδώ θέλω να καταλήξω στους προγόνους μας, που για χιλιάδες χρόνια ως ανελεύθεροι και υποταγμένοι έμαθαν να σκύβουν το κεφάλι και να παρακαλούν για το αυτονόητο. Κατάφεραν να εμπεδώσουν το ρουσφέτι ως επίτευγμα, κατάφεραν να το αναγάγουν ως πρώτιστη ανάγκη για την καλυτέρευση της ζωής του. Ενσωματώθηκε στο DNA του καθενός και υποβόηθησε τα μέγιστα στη χαλάρωση των αντιστάσεων. Πίστεψε ο πολίτης πως με τη δουλικότητα και το προσκύνημα επιτυγχάνει το στόχο του. Αυτό συνέβαινε παντοτινά, και μια λογική εξήγηση, είναι η καταπίεση και ο εξαναγκασμός που δέχονταν οι Ελληνικοί πληθυσμοί από τους αιώνιους κατακτητές της νήσου. Όμως τώρα, γιατί συμβαίνει αυτό; Δεν έχουμε κατακτητές να μας εξαναγκάζουν να τους προσκυνούμε. Αντί λοιπόν αυτούς, τώρα ο Έλληνας εκλιπαρεί το κάθε κόμμα και τον κάθε βουλευτή ή πολιτικάντη για ρουσφέτι. Για οποιοδήποτε ρουσφέτι. Για μια απλή θέση εργασίας, για ιατρική περίθαλψη, ακόμα και για έκδοση κυβερνητικών πιστοποιητικών.
Συνήθισε να ζητά ρουσφέτια και μετά να κατηγορεί την κοινωνία και τα κόμματα, για την αδικία που υπάρχει. Αρέσκεται να ρίχνει τις ευθύνες στους πολιτικούς και σε οποιονδήποτε άλλο εκτός από τον εαυτό του, χωρίς να παραδέχεται πως έμμεσα αυτός ευθύνεται που τους υποστηρίζει και τους αναδεικνύει στις θέσεις τους. Φτάνει να επιτύχει το συμφέρον του, και δεν ενδιαφέρεται αν το έχει αποκτήσει εις βάρος άλλων, χωρίς να νοιάζεται για την αδικία και τα αίσχη που συμβαίνουν στους διπλανούς του.
Ο Έλληνας λοιπόν κατάντησε ραγιάς και για ένα ξεροκόμματο που του προσφέρουν, δεν αντιδρά στις αδικίες γύρω του. Βλέπει τη χώρα του να είναι πτωχυμένη κυρίως ένεκα του ρουσφετιού, και ακόμα επιμένει ο ίδιος να το αποζητά. Και ύστερα επιρρίπτει όλες τιε εθύνες για το κατάντημα στη χώρα του, μόνο στους άλλους. Δεν σκέφτεται τις δικές του ευθύνες καθώς για το δικό του συμφέρον, καταπατά κάθε έννοια δικαίου, αξιοκρατίας και ισονομίας έναντι των άλλων.
Οι διάφοροι κατακτητές βρήκαν ένα εύκολο τρόπο για να έχουν τους υπόδουλους Έλληνες υπάκουους. Τους έδιναν ψίχουλα δια του ρουσφετιού, έτσι που τους έκαναν να πιστεύουν ότι παραμένοντας ήσυχοι, είχαν «μέσον». Έτσι με τον καιρό εκπαίδευσαν τους πολίτες να είναι υπάκουοι και φρόνιμοι Ραγιάδες. Και έμαθαν οι ραγιάδες Έλληνες, με ένα ξεροκόμματο να αποδέχονται τη σκλαβιά και τη μιζέρια.
Το κύριο ερώτημα όμως ακόμα παραμένει. Πως ύστερα από 55 χρόνια ελευθερίας και δημοκρατίας, ισχύει το ίδιο; Πως ακόμα ο Κυπριακός λαός μετά τη μεγάλη οικονομική πτώχευση μένει σιωπηλός χωρίς αντίδραση; Πως ακόμα ψηφίζει τους ίδιους, αυτούς που ονομαστικά προκάλεσαν τόση μεγάλη καταστροφή;  
Η απάντηση είναι εύκολη. Όλα τα κόμματα, όλοι οι πολιτικοί, όλοι οι βουλευτές και οι ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι που τους βοηθούν, καλά γνωρίζουν πόσο ευάλωτος είναι ο λαός στο ρουσφέτι, και πόσο εύκολα παρασύρεται με αυτό, ώστε με υποσχέσεις και ψίχουλα που τους δίνουν, τους έχουν ραγιάδες γονατισμένους να τους εκλιπαρούν, να τους υποστηρίζουν και να τους ψηφίζουν.
Δυστυχώς, αυτή είναι η μοίρα αυτού του λαού και το μέλλον του προδιαγεγραμμένο.


ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

Η ΥΠΕΡΜΕΤΡΗ ΦΙΛΟΔΟΞΙΑ ΚΑΤΑΝΤΑ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ

Όταν κάποιος διακατέχεται από ακόρεστη και άμετρη φιλοδοξία, καταντά άπληστος και πλεονέχτης. Η επιδίωξη του για αναγνώριση, αποβλέπει στο να ικανοποιήσει την αυταρέσκεια του και τα έμφυτα ένστικτα του για δύναμη και υπεροχή. Όταν μπορεί να τα έχει αισθάνεται ικανοποίηση και χαρά.
Όμως για να τα αποκτήσει συνήθωςγίνεται υποκειμενικός, καθώς μόνη έγνοια έχει την εντύπωση που προκαλεί, και ένεκα αυτού, συνήθως πράττει οτιδήποτε για να επιτύχει αυτό που επιθυμεί.  
Άνθρωποι τοιούτου είδους, εμφανίζουν το χαρακτηριστικό γνώρισμα της ματαιοδοξίας, καθώς η ελευθερία δράσεως τους είναι περιορισμένη, και θέλοντας να επιτύχουν το ακατόρθωτο, κάνουν οτιδήποτε χωρίς πολλές αναστολές.
Όταν κάποιος είναι πολύ ματαιόδοξος τόσο ώστε να επιδιώκει το όφελος του με κάθε μέσο, πολλές φορές η ματαιοδοξία υπερβαίνει το όριο, και γίνεται επικίνδυνη και καταστροφική.
Συνήθως οι ματαιόδοξοι άνθρωποι αντί για τη λέξη ματαιοδοξία και αλαζονεία, χρησιμοποιούν τη λέξη φιλοδοξία γιατί ακούγεται πιο όμορφα. Υπάρχουν πολλοί που ομολογούν με υπερηφάνεια πόσο φιλόδοξοι είναι, όμως κατά κανόνα η λέξη αυτή, κρύβει μόνο την υπέρμετρη ματαιοδοξία του ατόμου που την επικαλείται.
Συχνά προβάλλουν τη δικαιολογία πως χωρίς υπέρμετρη φιλοδοξία, κανείς μεγάλος άνδρας της ιστορίας δεν θα μπορούσε να πραγματοποιήσει τα μεγάλα επιτεύγματα της ανθρωπότητας. Ωστόσο πολλές φορές είναι μια λανθασμένη άποψη, διότι η υπέρμετρη φιλοδοξία θολώνει το μυαλό που τελικά μετατρέπει την φιλοδοξία σε ματαιοδοξία και κενοδοξία, ανθρώπινα πάθη που επιφέρουν συνήθως κατστροφικά αποτελέσματα και δυσάρεστες επιπτώσεις.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ